Ποιος θα βρεθεί στην κορυφή της επόμενης παγκόσμιας τάξης;
Η εποχή κατά την οποία η παγκόσμια τάξη στηριζόταν στο αμερικανικό μονοπώλιο στρατιωτικής και οικονομικής ισχύος, καθώς και αξιών, έχει πλέον οριστικά παρέλθει, συμπαρασύροντας μαζί της και τη μακρά περίοδο σταθερότητας της Ευρώπης. Ο κόσμος έχει γίνει αισθητά πιο ρευστός και αβέβαιος, ενώ το άμεσο μέλλον προμηνύει ακόμη μεγαλύτερη αστάθεια.
Στο παρελθόν, τα χαρακτηριστικά της παγκόσμιας τάξης αποτυπώνονταν με σαφήνεια στη μορφή της G7/G8, που συγκέντρωνε τις κορυφαίες βιομηχανικές χώρες. Σήμερα, όμως, υπάρχουν ανταγωνιστικά σχήματα, όπως ο υπό κινεζική ηγεσία Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης, η υπό ρωσική ηγεσία Ευρασιατική Οικονομική Ενωση και οι BRICS+ (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική και έξι ακόμη μέλη, καθώς και δέκα χώρες-εταίροι) – όλα αποτελούμενα κατά κύριο λόγο από αναδυόμενες οικονομίες.
Η αμερικανική ηγεμονία έχει δώσει τη θέση της σε ένα νέο μοντέλο, βασισμένο στην αντιπαλότητα και τον ανταγωνισμό μεταξύ αρκετών μεγάλων δυνάμεων, χωρίς πια ένα σταθερό, κωδικοποιημένο σύνολο κανόνων. Αντ’ αυτού, υπάρχει μόνο οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική ισχύς, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο συγκρούσεων ή ακόμη και πολέμου μεταξύ πυρηνικών δυνάμεων.
Η νέα αυτή τάξη πραγμάτων είναι κάθε άλλο παρά σταθερή. Το επιβεβαιώνουν οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στον Περσικό Κόλπο, αλλά και ένας εμφύλιος στη Μιανμάρ που κανείς δεν φαίνεται καν να προσπαθεί να τερματίσει, όπως και η διαρκής απειλή πολέμου μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν ή στην κορεατική χερσόνησο. Οι δύο ανοιχτές πολεμικές συγκρούσεις, σε συνδυασμό με τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, έχουν ήδη επηρεάσει σημαντικά την παγκόσμια οικονομία, λόγω της αύξησης του κόστους για το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, τα λιπάσματα και άλλα βασικά αγαθά. Πολλοί άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους και στις δύο συγκρούσεις, ενώ ο κίνδυνος κλιμάκωσης συνεχίζει να αυξάνεται.
Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η Ουκρανία και το Ιράν συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής. Οι συγκρούσεις αυτές έχουν και τον χαρακτήρα πολέμων δι’ αντιπροσώπων, καθώς οι στρατηγικές τους συνέπειες δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές χωρίς να ληφθεί υπόψη η ιστορική αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, της σημερινής κορυφαίας δύναμης, και της Κίνας, του ανερχόμενου διεκδικητή της πρωτοκαθεδρίας. Η Κίνα διατηρεί χαμηλό προφίλ – και αθόρυβα αποκτά πλεονέκτημα – την ώρα που οι ΗΠΑ παλεύουν απεγνωσμένα στον Κόλπο και στρέφονται εναντίον παλαιών φίλων και συμμάχων.
Αυτή η σύγκρουση κορυφής για την παγκόσμια ισχύ είναι μια μονομαχία ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικά συστήματα, η οποία θα διαμορφώσει τον 21ο αιώνα. Οι ΗΠΑ διαθέτουν μια εξαιρετικά ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς και την παλαιότερη δημοκρατία στον κόσμο, αν και σήμερα αυτή βρίσκεται υπό πίεση από τα ολιγοπώλια της τεχνολογικής βιομηχανίας.
Η Κίνα, αντίθετα, είναι ένα συγκεντρωτικό κράτος υπό τη διακυβέρνηση ενός πανίσχυρου κόμματος, το οποίο μπορεί να ασκεί απόλυτο έλεγχο στην οικονομία, τον στρατό και την κοινωνία. Μέσα σε μία μόλις γενιά, μετατράπηκε από μια απελπιστικά φτωχή και υπανάπτυκτη χώρα σε έναν πραγματικό διεκδικητή της κορυφαίας θέσης στην παγκόσμια τάξη. Πρόκειται για μια κολοσσιαία επιτυχία, όπως και να το δει κανείς.
Το κατά πόσο οι ΗΠΑ θα μπορέσουν να αποκρούσουν την κινεζική αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας τους – όπως έκαναν με τη Σοβιετική Ενωση – απομένει να φανεί. Η απάντηση θα εξαρτηθεί εν μέρει από το κατά πόσο θα συνεχίσουν να απομακρύνονται από το δημοκρατικό καπιταλιστικό μοντέλο που οι ίδιες τελειοποίησαν. Η σημερινή στροφή προς ένα αυταρχικό ολιγοπώλιο ιδιωτών μεγιστάνων της τεχνολογίας και πελατειακών σχέσεων αποτελεί δώρο προς το ΚΚ Κίνας.
Αλλά η απάντηση θα εξαρτηθεί επίσης από το κατά πόσο η κινεζική ηγεσία θα μπορέσει να αντισταθεί στον πειρασμό να προσφύγει στη βία απέναντι στην Ταϊβάν. Αν η Κίνα παραμείνει προσηλωμένη στο δικό της επιτυχημένο μοντέλο, μπορεί και θα μπορέσει τελικά να επιτύχει τους περισσότερους στόχους της με ειρηνικά μέσα. Θα πρέπει, όμως, να αποφύγει την αυταπάτη ότι η Ιστορία εξελίσσεται σύμφωνα με νόμους που το ΚΚ Κίνας καταλαβαίνει. Το απρόοπτο και η εσφαλμένη κρίση είναι πάντοτε πιθανοί παράγοντες, και το κόστος τους μπορεί να είναι τεράστιο. Ας ρωτήσουν τον Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Ντόναλντ Τραμπ.
