Περίεργες κάλπες το 2027: Προσδοκία ή θυμός (;) θα κινητοποιήσουν τους ψηφοφόρους
Ο πρώτος κύκλος των φθινοπωρινών δημοσκοπήσεων δεν έφερε σοβαρές ανατροπές στους πολιτικούς συσχετισμούς, κρατώντας άρα τον ανταγωνισμό ακριβώς στο ίδιο σκηνικό, στο οποίο αυτός εξελισσόταν και πριν από το καλοκαίρι. Κι όμως, πρωτίστως οι τρεις μεγάλοι παίκτες (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΕΛΑΣ) και δευτερευόντως τα μικρότερα κόμματα (όσα θεωρούν δεδομένη την είσοδό τους στη Βουλή και εκείνα που αγκομαχούν στην ζώνη του 3%) αντιλαμβάνονται γύρω τους το ρευστό περιβάλλον, παρότι η εκλογική Κυριακή του 2027 απέχει πια οκτώ ή εννέα μήνες, το πολύ.
Τη ρευστότητα διαπιστώνουν και οι αναλυτές, όσο ο Πρωθυπουργός και οι πολιτικοί αρχηγοί σκληραίνουν αναγκαστικά το παιχνίδι των εκλογικών διλημμάτων, παίζοντας άλλοι με τις προσδοκίες, άλλοι με τον φόβο, άλλοι με τον θυμό ή και με συνδυασμό τους. Οι υποψιασμένοι κοιτάζουν πέρα από τη βαριά δημοσκοπική μπάρα της πρόθεσης ή της εκτίμησης ψήφου σε ευρήματα που μονότονα πια εκπέμπουν «περίεργα» σήματα, επιβεβαιώνοντας την καχυποψία σημαντικού μέρους της κοινωνίας και μια κρίση πολιτικής και θεσμικής εμπιστοσύνης καθ’ οδόν προς τις κάλπες.
Ενδεικτικά, στη ζώνη του 30% (που όλοι ψάχνουν πώς μπορεί να εκφραστεί στις εκλογές) καταγράφονται τα εξής: η έκφραση της ανάγκης για πολιτική αλλαγή (29,2%, σύμφωνα με την Opinion Poll/Action24), η πρωτιά του «Κανένας» στην ερώτηση ποιος είναι πιο αξιόπιστος να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις για την οικονομία, το προβάδισμα του «Κανένας» στην ερώτηση ποιου αρχηγού τα οικονομικά μέτρα αντιμετωπίζουν καλύτερα την ακρίβεια (31%, σύμφωνα με την Pulse/ΣΚΑΪ) κ.ο.κ.
Δεδομένη φθορά
Ειδικά οι επιτελείς της κυβερνητικής και της νεοδημοκρατικής έδρας, που παλεύουν με τη δεδομένη φθορά της επταετούς διακυβέρνησης, δεν χρειάζονται καν τόσο επίσημες μετρήσεις, τους αρκούν τα focus group ή και μόνο ένα προσεκτικό monitoring (παρακολούθηση) στα σόσιαλ μίντια και γενικώς στα μίντια για να πάρουν το κλίμα της δημόσιας συζήτησης, που μοιραία επηρεάζει τον κυβερνητικό σχεδιασμό. Σαν αυτό που «μετρούν» το τελευταίο δεκαήμερο, ύστερα από τον αναπάντεχο θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη – μια υπόθεση που σκέπασε οποιαδήποτε άλλη ατζέντα, ανοίγοντας πολυεπίπεδη έρευνα (αστυνομική, δικαστική, φορολογική) και σηκώνοντας συζητήσεις για τις κρατικές ευθύνες και τα πιθανά κενά στην προστασία των πολιτών.
Στον απόηχο των αδιανόητων αποκαλύψεων για τις τελευταίες στιγμές του καλλιτέχνη στο ιδιωτικό ιατρείο της οδού Καρνεάδου και υπό τον φόβο έντασης αισθημάτων ανασφάλειας και πολύ περισσότερο αμφισβήτησης του τρόπου λειτουργίας του κράτους – κάτι που εντοπίζεται σε κυλιόμενες μετρήσεις – η κυβέρνηση επιχειρεί να ελέγξει τον πολιτικό αντίκτυπο. Διασκεδάζει τις εντυπώσεις για πολιτικές ευθύνες όσον αφορά την ανεπάρκεια ελέγχων σε ιδιωτικές κλινικές, επιχειρεί διευκρινίσεις για την υπαγωγή του σώματος επιθεωρητών υγείας στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας με το νόμο του 2019 για το επιτελικό κράτος, προαναγγέλλει αυστηρότερο πλαίσιο και ειδική ψηφιακή εφαρμογή, διατυπώνει «συγγνώμη», παραπέμπει αποκλειστικά στην εξελισσόμενη «σοβαρή ποινική έρευνα».
Όσο για την αντιπολίτευση, σπεύδει να αφαιρέσει από την κυβέρνηση την προσπάθεια επιβολής της δικής της πολιτικής ατζέντας, καρφώνοντας δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών και αναλαμβάνοντας πρωτοβουλία. Το ΠΑΣΟΚ, για παράδειγμα, έθεσε ήδη με ερώτηση κοινοβουλευτικού ελέγχου την ανάγκη άμεσης αναδιοργάνωσης των ελεγκτικών μηχανισμών στον χώρο της υγείας, διότι «η ασφάλεια των πολιτών και η ποιότητα των υπηρεσιών υγείας δεν μπορούν να εξαρτώνται από την εκ των υστέρων διερεύνηση κάθε σοβαρού περιστατικού».
Στρατηγική σε δοκιμασία
Την ώρα που στη ΝΔ προσπαθούν να ερμηνεύουν πλέον εγκαίρως το αποτύπωμα ξαφνικών γεγονότων, ιδίως όταν, επικοινωνιακά, δημιουργούνται δύσκολα προβλέψιμες διαστάσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παραμένει σε συνεχή δοκιμασία συνολικά η εκλογική στρατηγική τους. Απέναντι σε ένα δύσπιστο και κουρασμένο εκλογικό σώμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατυπώνει το δίλημμα «ελπίδα ή περιπέτειες». Επί της ουσίας παλεύει με μια δύσκολη άσκηση: περιμένει ότι αντίπαλοί του θα επιδιώξουν να κεφαλαιοποιήσουν τη δυσφορία ψηφοφόρων και επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην αναγκαία στρατηγική καλλιέργειας προσδοκιών για το μέλλον και στη στρατηγική των φόβητρων (η ακυβερνησία στο ταραγμένο διεθνές περιβάλλον π.χ.). Στόχος, όπως λέει κυβερνητικός παράγοντας, είναι κεντρογενείς και δεξιόστροφοι ψηφοφόροι «της λογικής».
Ο ίδιος παραδέχεται, άλλωστε, ότι οι εκλογές του 2027 δεν θα γίνουν σε συνθήκες 2023 ή 2019. «Δεν υπάρχει εγχειρίδιο για τη διεκδίκηση τρίτης θητείας, ούτε ασφαλής εκτίμηση για την ψήφο διαμαρτυρίας», λέει. Οπως ανέφερε ο Μητσοτάκης στην τελευταία συνέντευξή του (ΕΡΤ), «υπάρχει πάντα ο νόμος της πολιτικής βαρύτητας. Οσο είσαι στην κυβέρνηση φθείρεσαι, γι’ αυτό και πρέπει να προσπαθείς περισσότερο και ως προς την ουσία και ως προς το ύφος. Το τελευταίο το οποίο πρέπει να εκπέμπουμε είναι μια δεδομένη βεβαιότητα ότι είμαστε περίπου αναντικατάστατοι (…) Μίλησα για απουσία εναλλακτικής πολιτικής πρότασης, δεν είπα ότι μόνο εμείς υπάρχουμε».
Από τότε που πρωτοδιατύπωσε τέτοιες συστάσεις στα στελέχη του για αυτοσυγκράτηση και αναγνώριση των προβλημάτων της καθημερινότητας για τα νοικοκυριά, είχε υπόψη του δημοσκοπικά ευρήματα ως προς τα κριτήρια ψήφου των πολιτών. Οσα έχουν αναλυθεί κατά καιρούς στο Μαξίμου δικαιολογούν τις επιχειρούμενες ασκήσεις ισορροπίας: περίπου ένας στους δύο κρατά ψηλά ως κριτήριο ψήφου την προοπτική για τον ίδιο και την οικογένειά του. Σε κοντινά ποσοστά (στην ζώνη του 15%-20%) έχουν καταγραφεί αφενός όσοι θα πάνε στις κάλπες με το μυαλό στην ασφάλεια, αφετέρου εκείνοι που θα πάνε με θυμό – τιμωρητική ψήφος εντοπίζεται κυρίως στους νέους. Μικρό είναι το ποσοστό της ψήφου επιβράβευσης και αυτοί οι ψηφοφόροι είναι στην πλειονότητά τους μεγάλης ηλικίας.
