Η Βενεζουέλα πολύφερνη νύφη με «προίκα» των 300 δισ. βαρελιών πετρελαίου
Τεράστια αποθέματα πετρελαίου τα οποία όμως δεν έχουν αξιοποιηθεί πλήρως κατέχει η Βενεζουέλα. Η χώρα βρίσκεται στην καρδιά των γεωπολιτικών, οικονομικών και ενεργειακών εξελίξεων λόγω της στρατιωτικής παρέμβασης των ΗΠΑ οι οποίες συνέλαβαν τον πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο, στην πρώτη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική από το 1989 όταν είχε γίνει η εισβολή στον Παναμά.
Τα αποθέματα σε μαύρο χρυσό της Βενεζουέλας εκτιμώνται σε πάνω από 300 δισεκατομμύρια βαρέλια, ή το 17% των αποθεμάτων σε όλο τον κόσμο. Η χώρα, ως ιδρυτικό μέλος του ΟΠΕΚ με το Ιράν, το Ιράκ, το Κουβέιτ και τη Σαουδική Αραβία, αντλούσε πάνω από 3,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως τη δεκαετία του 1970, τα οποία τότε αντιπροσώπευαν πάνω από το 7% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου.
Η παραγωγή έπεσε κάτω από τα 2 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2010 και διαμορφώνονταν κατά μέσο όρο σε περίπου 1,1 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα πέρυσι, ή μόλις στο 1% της παγκόσμιας παραγωγής.
Αιτία για τη μείωση θεωρούνται οι διεθνείς κυρώσεις από τις ΗΠΑ επί σειρά ετών, οι παλιές υποδομές στον κλάδο της χώρας λόγω των κυρώσεων αυτών και άλλων εσωτερικών πολιτικών παραγόντων, διαφθοράς, κλοπών και ζημιών.
Τώρα, οι πετρελαϊκές που διεκδικούν επιστροφή στη χώρα αντιμετωπίζουν πρόκληση έως 100 δις δολαρίων σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg. Το στοίχημα στην παγκόσμια σκακιέρα είναι μεγάλο με τις αγορές να έχουν βάλει στο μικροσκόπιο τις εξελίξεις, αφού η Βενεζουέλα αποτελεί «πολύφερνη νύφη» λόγω της τεράστιας προίκας που έχει σε αποθέματα μαύρου χρυσού.
Οι τιμές του πετρελαίου μετά τις εξελίξεις διαμορφώνονταν αρχικά σήμερα σταθερές, με τις τιμές του μπρεντ στο Λονδίνο στα 60,5 δολάρια και τις τιμές του WTI στη Νέα Υόρκη στα 57 δολάρια το βαρέλι.
Οι κρατικοποιήσεις
Η Βενεζουέλα κρατικοποίησε τον κλάδο του πετρελαίου τη δεκαετία του 1970 και τη δεκαετία του 2000 ζήτησε αναγκαστική αποχώρηση από κοινοπραξίες που ελέγχονταν από την κρατική της εταιρεία πετρελαίου, την PDVSA. Οι περισσότερες εταιρείες διαπραγματεύτηκαν αποχώρησή τους από τη χώρα και τελικά έφυγαν, ενώ μερικές άλλες δεν κατέληξαν σε συμφωνίες και υπέβαλαν αίτηση διαιτησίας.
Το τρέχον καθεστώς με τις πετρελαϊκές
Η Chevron είναι η μόνη μεγάλη αμερικανική εταιρεία που δραστηριοποιείται αυτή τη στιγμή στη Βενεζουέλα, δείχνουν τα στοιχεία του Reuters. Η Conoco ζητά δισεκατομμύρια για την αναγκαστικά εξαγορά τριών πετρελαϊκών έργων στη χώρα πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες, ενώ η Exxon συμμετείχε επίσης σε μακροχρόνιες δικαστικές διαδικασίες διαιτησίας κατά της Βενεζουέλας, μετά την αποχώρησή της από τη χώρα πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες, δείχνουν τα ίδια στοιχεία.
Η εταιρεία που πιθανότατα θα ενδιαφερθεί πολύ να επιστρέψει στη χώρα τώρα με βάση όσα υποσχέθηκε ο Τραμπ είναι η Conoco, επειδή της οφείλονται περισσότερα από 10 δισεκατομμύρια δολάρια και είναι απίθανο να πληρωθεί χωρίς να γυρίσει εκεί, ανέφεραν αναλυτές στο Reuters. Η Exxon θα μπορούσε επίσης να επιστρέψει, αλλά τα οφειλόμενα ποσά σε αυτήν είναι μικρότερα.
Η Chevron εξάγει περίπου 150.000 βαρέλια αργού πετρελαίου ημερησίως στις ακτές του Κόλπου των ΗΠΑ από τη Βενεζουέλα, χρειάστηκε να ελιχθεί πολύ προσεκτικά με την κυβέρνηση Τραμπ τον τελευταίο χρόνο σε μια προσπάθεια να διατηρήσει την παρουσία της στη χώρα, σημειώνεται. Η συγκεκριμένη πετρελαϊκή εταιρεία βρίσκεται στη Βενεζουέλα για πάνω από 100 χρόνια.
Οι προκλήσεις
Όποιες και να είναι οι εταιρείες που θα θελήσουν να δραστηριοποιηθούν στη Βενεζουέλα, θα πρέπει να αντιμετωπίσουν προκλήσεις που σχετίζονται με την ασφάλεια, την έλλειψη ή την παλαιότητα υποδομών, την πιθανότητα μακροπρόθεσμης πολιτικής αστάθειας, αλλά και νομικά θέματα που σχετίζονται με την επέμβαση των ΗΠΑ εκεί, δήλωναν αναλυτές στο Reuters.
Οι αμερικανικές εταιρείες δεν θα επιστρέψουν μέχρι να είναι σίγουρες ότι θα λάβουν χρήματα και ότι θα υπάρχει τουλάχιστον κάποιο ελάχιστο επίπεδο ασφάλειας για το προσωπικό και τις εγκαταστάσεις τους. Για να επιστρέψουν επίσης εταιρείες θα πρέπει να αρθούν οι κυρώσεις κατά της χώρας ανέφεραν οι ίδιες πηγές.
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών
Η Βενεζουέλα κατέγραψε πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών ύψους 4,10% του ΑΕΠ της χώρας το 2024. Ο λόγος τρεχουσών συναλλαγών προς ΑΕΠ στη Βενεζουέλα ήταν κατά μέσο όρο 3,93% του ΑΕΠ από το 1980 έως το 2024, φτάνοντας στο ιστορικό υψηλό του 17,70% του ΑΕΠ το 2005 και στο ιστορικό χαμηλό του -12,80% του ΑΕΠ το 2015, σύμφωνα με στοιχεία της Trading Economics.
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ως ποσοστό του ΑΕΠ παρέχει ένδειξη για το επίπεδο ανταγωνιστικότητας μιας χώρας διεθνώς. Συνήθως οι χώρες που καταγράφουν ισχυρό πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών έχουν οικονομία που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα έσοδα από εξαγωγές, όπως είναι για παράδειγμα το πετρέλαιο.
