Ιράν: Αναστολή εκτελέσεων εν μέσω παγκόσμιας πίεσης και απειλών των ΗΠΑ
Το Ιράν φάνηκε να υποχωρεί από προηγούμενες απειλές για εκτέλεση διαδηλωτών εν μέσω παγκόσμιας καταδίκης και φόβων για στρατιωτική δράση των ΗΠΑ, παρότι η κυβέρνηση της Τεχεράνης συνεχίζει τη βάναυση καταστολή έπειτα από εβδομάδες διαδηλώσεων. Ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε ότι ενημερώθηκε πως δεν θα προχωρήσει η εκτέλεση διαδηλωτών και ότι οι δολοφονίες στο Ιράν είχαν σταματήσει, χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Οπως έγινε γνωστό, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Ομάν και η Τουρκία ζήτησαν από τον Τραμπ να μην πραγματοποιήσει επίθεση, φοβούμενοι τη γενικότερη αποσταθεροποίηση της περιοχής. Αργότερα χθες η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου δήλωσε πως το Ιράν σταμάτησε 800 εκτελέσεις διαδηλωτών που είχαν αρχικά προβλεφθεί να γίνουν την προηγούμενη ημέρα και επισήμανε ότι «όλες οι επιλογές» παραμένουν στο τραπέζι της αμερικανικής πλευράς.
Ωστόσο, σύμφωνα με τους «New York Times», οι αναλυτές λένε πως η ιρανική κυβέρνηση προσπαθεί να κάνει διάκριση μεταξύ των απλών διαδηλωτών και εκείνων που αποκαλεί ταραξίες και τρομοκράτες, με την υποστήριξη ξένων δυνάμεων. Με αυτές τις αποχρώσεις, προσθέτουν, έχει ως στόχο να ασκήσει πίεση στους πολίτες και να τους αποτρέψει από το να διαμαρτύρονται στους δρόμους. Χθες η κρατική τηλεόραση ανέφερε ότι η δίωξη των «ταραξιών» θα πραγματοποιηθεί γρήγορα και τα άτομα που συνδέονται με «ξένες υπηρεσίες πληροφοριών και τους χειριστές τους» και όσοι κατηύθυναν «ταραξίες και τρομοκράτες» θα τιμωρηθούν πρώτοι. Δεν ήταν άμεσα σαφές πώς θα τιμωρούνταν αυτά τα άτομα ή πώς οι Αρχές θα ορίζουν τα φερόμενα εγκλήματά τους. Το Σάββατο, ο γενικός εισαγγελέας του Ιράν, Μοχάμεντ Μοβαχέντι Αζάντ, ανέφερε ότι οι ταραξίες θα θεωρούνται «εχθροί του Θεού», μια κατηγορία που θα μπορούσε να επιφέρει τη θανατική ποινή.
Ατομα εντός του Ιράν, με τα οποία επικοινώνησε το Reuters, περιέγραψαν ότι οι διαμαρτυρίες φαίνεται να έχουν υποχωρήσει από τη Δευτέρα. Ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν τόνισε χθες ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να αντιμετωπίσει ορισμένα από τα οικονομικά προβλήματα που πυροδότησαν αρχικά τις διαμαρτυρίες, προσθέτοντας ότι σκοπεύει να αντιμετωπίσει ζητήματα διαφθοράς και συναλλαγματικών ισοτιμιών και ότι αυτό θα βελτιώσει την αγοραστική δύναμη των φτωχότερων ανθρώπων.
Η Ουάσιγκτον αύξησε την πίεση στην Τεχεράνη χθες επιβάλλοντας κυρώσεις σε πέντε ιρανούς αξιωματούχους που κατηγορεί ότι βρίσκονται πίσω από την καταστολή και προειδοποίησε ότι παρακολουθεί τα κεφάλαια των ιρανών ηγετών να μεταφέρονται σε τράπεζες σε όλο τον κόσμο.
Ο Πολ Σάλεμ, ανώτερος συνεργάτης στο think tank του Ινστιτούτου Μέσης Ανατολής, ανέφερε ότι ενώ ο Τραμπ φάνηκε να αποφεύγει, προς το παρόν, τη δράση κατά του Ιράν, παραμένει απρόβλεπτος. Η κυβέρνηση του Ιράν βρίσκεται σε «στρατηγικό αδιέξοδο, αλλά δεν νομίζω ότι διατρέχουν άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης κράτους ή αλλαγής καθεστώτος», πρόσθεσε. Σε σχόλια στο Reuters, ο Τραμπ εξέφρασε αβεβαιότητα σχετικά με το εάν ο Ρεζά Παχλαβί, γιος του εκλιπόντος σάχη, θα μπορέσει να συγκεντρώσει υποστήριξη εντός του Ιράν για να αναλάβει τελικά την εξουσία.
Με τόσο μεγάλες διαμαρτυρίες και τόσο υψηλό αριθμό νεκρών, πολλοί αναρωτιούνται αν το καθεστώς βρίσκεται, τελικά, στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Ο Καρίμ Σαντζαντπούρ, ένας από τους πιο οξυδερκείς αναλυτές για το Ιράν, υποστηρίζει σε άρθρο στο Atlantic ότι το Ιράν πληροί πλέον σχεδόν όλες τις προϋποθέσεις για κατάρρευση: δημοσιονομική κρίση, αποξενωμένες ελίτ, έναν ευρύ συνασπισμό της αντιπολίτευσης και εχθρικό διεθνές περιβάλλον. Αποκαλεί την Ισλαμική Δημοκρατία «καθεστώς ζόμπι» – η νομιμότητά της έχει χαθεί, η θεμελιώδης ιδεολογία της είναι κενή για τους περισσότερους Ιρανούς και η οικονομία διαρθρωτικά διαλυμένη.
Η αλήθεια είναι ότι η οικονομία έχει χτυπήσει σε τοίχο χωρίς λύση στον ορίζοντα. Η περιφερειακή αποτρεπτική δύναμη του καθεστώτος έχει καταστραφεί – η Χεζμπολάχ έχει χτυπηθεί, ο Μπασάρ αλ Ασαντ δεν κυβερνά πια τη Συρία, ο 12ήμερος πόλεμος με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες έχει εκθέσει τα στρατιωτικά τρωτά σημεία της Τεχεράνης.
Ομως το καθεστώς στηρίζεται από τη βία – τη συνεχή προθυμία των δυνάμεων ασφαλείας να τη χρησιμοποιούν εναντίον των συμπολιτών τους, παρατηρεί ο αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Ιαν Μπρέμερ.
«Οσο οι άνδρες με τα όπλα παραμένουν πιστοί, το καθεστώς μπορεί να αντέξει. Το έχει κάνει και στο παρελθόν, το 2009, το 2017, το 2019 και το 2022. Κάθε φορά που ξέσπασαν διαμαρτυρίες, οι δυνάμεις ασφαλείας αντεπιτέθηκαν και το καθεστώς επιβίωσε. Αυτό είναι πιθανό να συμβεί και αυτή τη φορά. Ο ανώτατος ηγέτης Αλί Χαμενεΐ έχει επιλέξει τους κορυφαίους στρατιωτικούς και διοικητές ασφαλείας της χώρας. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σημάδια αποστασίας, ούτε ρήγματα μεταξύ των ελίτ, ούτε ένδειξη ότι οι παραστρατιωτικές δυνάμεις Basij ή το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης διστάζουν».
