Διδάγματα
Πριν από 30 χρόνια, η Ελλάδα και η Τουρκία κόντεψαν να έρθουν σε ένοπλη ρήξη. Η αιτία δεν ήταν η τυχόν μονομερής επέκταση των χωρικών υδάτων ή η τυχόν σύγκρουση δύο αεροπλάνων, αλλά η αμφισβήτηση της κυριότητας δύο βραχονησίδων. Και η αφορμή δεν ήταν κάποια επιθετική ενέργεια μιας από τις δύο κυβερνήσεις, αλλά η προσπάθεια δύο ιδιωτικών πλευρών (ενός δημάρχου από τη μια πλευρά, ορισμένων δημοσιογράφων από την άλλη) να πάρουν τα πράγματα στα χέρια τους. Η κρίση εκτονώθηκε με την παρέμβαση του αμερικανικού παράγοντα, αλλά προκάλεσε τα επόμενα χρόνια μια σειρά επεκτατικών διεκδικήσεων της Τουρκίας εις βάρος ελληνικών εδαφών.
Tα διδάγματα εκείνης της υπόθεσης είναι δύο. Πρώτον, η εξωτερική πολιτική είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να την «ασκούν» ιδιώτες, είτε πρόκειται για ακτιβιστές είτε για δημοσιογράφους ή πολιτικούς αναλυτές. Το τι είναι δίκιο και τι είναι άδικο δεν το κρίνουν πολίτες με βάση τα πολιτικά τους πιστεύω, αλλά οι εκλεγμένες κυβερνήσεις με βάση τις διεθνείς συνθήκες.
Δεύτερον, ένα τυχαίο γεγονός, μια προβοκάτσια, ή ακόμη κι ένα λάθος, μπορεί να προκαλέσει μια σύγκρουση με ανυπολόγιστες συνέπειες. Το βλέπαμε τα προηγούμενα χρόνια με τις αερομαχίες ή με την ένταση που προκαλούσε κάθε τόσο η ανταλλαγή δηλώσεων ανάμεσα στις δύο πλευρές. Τα «ήρεμα νερά» αποτελούν κατάκτηση, λοιπόν, που πρέπει να διαφυλαχθεί με κάθε τρόπο.
Τρεις δεκαετίες μετά την κρίση των Ιμίων, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι σε ποιον ανήκουν οι δύο βραχονησίδες: όπως δείχνουν οι χάρτες που δημοσιεύουν σήμερα «ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο», οι Τούρκοι δέχονταν στο παρελθόν την ελληνική κυριότητα, στη συνέχεια άλλαξαν στάση, με τον υπουργό Εξωτερικών Χακάν Φιντάν να μην αναφέρεται καν σε αυτό το θέμα στις τελευταίες του δηλώσεις.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι υπό ποιες προϋποθέσεις θα ξεκινήσει ένας ουσιαστικός διάλογος ανάμεσα στις δύο πλευρές, στο πλαίσιο του οποίου θα συζητηθούν με ειλικρίνεια και καλή πίστη οι μεγάλες και οι μικρές διαφορές, θα αντιμετωπιστούν με εποικοδομητικό τρόπο τα μικρότερα προβλήματα και θα παραπεμφθούν τα μεγαλύτερα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Εν μέσω της γενικής αβεβαιότητας στον πλανήτη, μια τέτοια διαδικασία θα αποτελούσε μια πραγματική όαση.
