Ευρώπη εναντίον ΗΠΑ στο Νταβός – Οι στενές εμπορικές σχέσεις των δύο ηπείρων δοκιμάζονται
Ισχυρή δοκιμασία για τις μέχρι τώρα στενές πολιτικές και οικονομικές σχέσεις της Ευρώπης με τις ΗΠΑ αποτελούν οι διμερείς σχετικές επαφές που θα γίνουν στο φετινό Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ που διεξάγεται στο Νταβός της Ελβετίας.
Το θέμα της Γροιλανδίας -της οποίας ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επιθυμεί διακαώς να αναλάβει τον έλεγχο- φαίνεται να επισκιάζει όλη την υπόλοιπη ατζέντα, με τις αγορές να περιμένουν τις ομιλίες που θα δώσει ο ίδιος ο Τραμπ αύριο Τετάρτη, καθώς και η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο πρόεδρος της Γαλλίας Μανουέλ Μακρόν σήμερα.
Πώς όμως μπορούν να επηρεαστούν οι διατλαντικές σχέσεις από μια νέα κόντρα; Τα στοιχήματα είναι μεγάλα, όπως και η οικονομική εξάρτηση μεταξύ των δύο πλευρών.
Μακροπρόθεσμα, μια επιδείνωση των δεσμών Ευρώπης και ΗΠΑ θα μπορούσε να κάνει τη Γηραιά Ήπειρο να μειώσει την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ και να εμβαθύνει τους εμπορικούς της δεσμούς αλλού, αποδυναμώνοντας μια σχέση που αποτελεί κινητήρια δύναμη ευημερίας και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, σχολίαζε η Wall Street Journal.
Για τις ΗΠΑ το τελικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι οι αμερικανικές εταιρείες να πωλούν λιγότερα προϊόντα και υπηρεσίες στην Ευρώπη, μειώνοντας τα κέρδη τους και ανοίγοντας την πόρτα σε ανταγωνιστές από χώρες όπως η Κίνα, δήλωσαν αναλυτές στην αμερικανική εφημερίδα. Μόλις δημιουργηθούν τέτοιες νέες σχέσεις είναι πολύ δύσκολο να υπάρξει επιστροφή, σχολίαζαν.
Αλληλένδετες οικονομίες σε επενδύσεις και εμπόριο
Οι οικονομίες των ΗΠΑ και της Ευρώπης χαρακτηρίζονται ως αλληλένδετες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των ΗΠΑ. Η Ευρώπη επίσης είναι η μεγαλύτερη πηγή άμεσων ξένων επενδύσεων στις ΗΠΑ, με 3,6 τρισεκατομμύρια δολάρια να έχουν επενδυθεί στις ΗΠΑ από το 2024. Οι αμερικανικές εταιρείες από την πλευρά τους βγάζουν τεράστια κέρδη πουλώντας λογισμικό, χρηματοοικονομικά προϊόντα και πετρέλαιο στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.
Οι εξαγωγές υπηρεσιών από τις ΗΠΑ έχουν επεκταθεί με ταχείς ρυθμούς. Αυτό περιλαμβάνει χρηματοοικονομικές, νομικές και ασφαλιστικές υπηρεσίες. Επίσης τα τελευταία χρόνια έχει υπάρξει τεράστια ανάπτυξη σε ψηφιακές υπηρεσίες και τεχνολογίες αποθήκευσης δεδομένων στο «νέφος» (cloud computing). Τέτοιες υπηρεσίες παρέχονται από κορυφαίες αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας όπως η Microsoft, η Amazon.com, η Google και η IBM. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο μεγαλύτερος προορισμός για τις εξαγωγές υπηρεσιών των ΗΠΑ, οι οποίες για το μπλοκ ανήλθαν συνολικά σε 294,7 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024, δείχνουν τα στοιχεία της WSJ.
Ο φόβος νέου πολέμου δασμών
Μετά την αύξηση των εντάσεων λόγω Γροιλανδίας, οι Ευρωπαίοι ηγέτες, πολλοί από τους οποίους συγκεντρώνονται στο Νταβός από σήμερα μέχρι και την Παρασκευή, εξετάζουν τις επιλογές του μπλοκ για αντίποινα. Σε αυτά μπορεί να περιλαμβάνονται η επιβολή δασμών σε αμερικανικά αγαθά αξίας άνω των 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Επίσης μπορεί να καταστεί πιο δύσκολο από την ΕΕ σε αμερικανικές πολυεθνικές να υποβάλουν προσφορές για συμβάσεις στην Ευρώπη. Ένας εμπορικός πόλεμος όμως θα ήταν καταστροφικός και για την Ευρώπη, η οποία ήδη υποφέρει από στασιμότητα στην ανάπτυξη, αναφέρουν οι αναλύσεις.
Υπάρχει επιπλέον φόβος ότι τυχόν νέοι δασμοί 25% στην Ευρώπη από τον Τραμπ, οι οποίοι προστίθενται σε υφιστάμενους δασμούς 10% έως 15% σε ορισμένους τομείς, αρχίζουν να γίνονται αρκετά υψηλοί ώστε να φρενάρουν το διμερές εμπόριο στις επηρεαζόμενες κατηγορίες.
Οικονομολόγοι εκτιμούν επίσης ότι νέος πόλεμος δασμών εκατέρωθεν, πιθανότατα δεν θα προκαλέσει ύφεση στις ΗΠΑ, αλλά θα μπορούσε να επιβραδύνει την ανάπτυξη, να πλήξει τον εγχώριο μεταποιητικό τομέα και να αυξήσει τις τιμές για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, την ώρα που οι ΗΠΑ επιδιώκουν να ρίξουν τον πληθωρισμό.
Ένας νέος εμπορικός πόλεμος θα έχει κι άλλες προεκτάσεις. Υπάρχουν προειδοποιήσεις ότι οι απειλές του Τραμπ κατά της Ευρώπης θα μπορούσαν επιπλέον να κάνουν Ευρωπαίους επενδυτές να περιορίσουν τις επενδύσεις τους σε αμερικανικές μετοχές και ομόλογα, οδηγώντας σε ένα πιο αδύναμο δολάριο, σε μειώσεις τιμών στις αμερικανικές μετοχές και σε υψηλότερο κόστος δανεισμού στις ΗΠΑ.
