Η τρίτη τετραετία: υπόσχεση ή απειλή;
Αναφέρεται συχνά ως «κατάρα της δεύτερης τετραετίας». Κυβερνήσεις που έρχονται με μεταρρυθμιστική ορμή στην εξουσία, όταν επανεκλέγονται αντί να αποκτήσουν νέα ρώμη αρχίζουν να βυθίζονται στην εσωστρέφεια, τα σκάνδαλα, τη διαθφορά (και όχι μόνον φθορά) της εξουσίας και καταλήγουν σε αποσύνθεση.
Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν έφτασε καν στο τέλος της – δύο φορές. Η δεύτερη τετραετία του Ανδρέα Παπανδρέου ολοκληρώθηκε στον βούρκο του σκανδάλου Κοσκωτά. Η δεύτερη τετραετία Σημίτη σημαδεύτηκε από τις εσωτερικές έριδες και την αδυναμία συγκράτησης διαλυτικών τάσεων, μαζί με προϊούσα διαφθορά στελεχών.
Η δεύτερη τετραετία του Κώστα Καραμανλή σφράγισε τη δρομολόγηση της χώρας στην πορεία προς τη χρεοκοπία. Με αυτά τα προηγούμενα δεν θα έδινε κανείς άδικο στον κ. Μητσοτάκη που τον Νοέμβριο του 2022 δήλωνε ότι «πάντα πίστευα πως χρειάζεσαι δύο πλήρεις θητείες στην Ελλάδα για να αλλάξεις σελίδα και να ανέβεις επίπεδο». Σήμερα, ο ίδιος Πρωθυπουργός επαναλαμβάνει σε κάθε συνέντευξή του ότι έχει στόχο όχι απλώς μια εκλογική νίκη για το κόμμα του, όχι απλώς μια τρίτη θητεία για τον ίδιο αλλά και μια τρίτη αυτοδυναμία.
Με δεδομένο ότι η πρώτη τετραετία του κρίθηκε εξαιρετικά θετικά από τους πολίτες το 2023, θα πρέπει να παρουσιάσει ένα επιχείρημα γιατί ακριβώς διεκδικεί τη δεύτερη επανεκλογή του – πέραν της γνωστής ρήσης ότι βασική δουλειά κάθε πολιτικού είναι να εξασφαλίζει ότι οι εκλογείς θα τον ξαναψηφίσουν. Πολύ περισσότερο που στην ίδια εκείνη κάλπη οι τότε βασικοί αντίπαλοί του κρίθηκαν καταλυτικά, και αμέσως επιβεβαίωσαν την ορθότητα αυτής της κρίσης με το σίριαλ της αυτοδιάλυσής τους. Αλλά μπορεί κανείς να ποντάρει τα πάντα στην αδυναμία των αντιπάλων του, όσο κατάφωρη κι αν είναι;
Η απάντηση είναι αρνητική κι ο κ. Μητσοτάκης έχει ένα πολύ πρόσφατο και κοντινό παράδειγμα: τον β΄ γύρο των τελευταίων δημοτικών εκλογών στην Αθήνα.
Η αποφασιστική σύγκριση, λοιπόν, θα είναι όχι μεταξύ προκατόχων και τρέχουσας εξουσίας, αλλά μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης τετραετίας. Αλλωστε, μια ενδεχόμενη τρίτη δεν θα κάνει άλμα στο παρελθόν αλλά θα αποτελεί τη συνέχειά της.
Η βασική υπόσχεση ήταν οι μεταρρυθμίσεις. Και στο πεδίο αυτό δεν μετράνε οι λίστες επιτυχιών και των νόμων, αλλά η εικόνα που σχηματίζουν οι πολίτες και – εξίσου σημαντικό – οι εξωτερικοί παρατηρητές. Δύο ενδεικτικές περιπτώσεις. Οπως κάθε χρόνο, η Διεθνής Αμνηστία δημοσίευσε την παγκόσμια κατάταξη στον Δείκτη Αντίληψης Διαφθοράς.
Το 2019 η Ελλάδα ήταν στην 60ή θέση. Το 2022 είχε κάνει άλμα 10 θέσεων για να βρεθεί στην 51η. Και μετά ήρθαν οι εκλογές. Και φέτος έχει πέσει ξανά στην 56η. Με την πολιτικά διασυνδεδεμένη διαφθορά να επελαύνει σε αλλεπάλληλα κύματα αποκαλύψεων, από την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ μέχρι την περίπτωση της ΓΣΕΕ, μπορεί κανείς να υποθέσει βάσιμα πως και τα επόμενα δυο χρόνια η Ελλάδα δεν θα λάμψει με την πρόοδό της. Σε ένα άλλο κρίσιμο πεδίο, τα εμπόδια που συναντά η επιχειρηματικότητα, που ήταν – όντως – στην κορυφή της αρχικής ατζέντας Μητσοτάκη, τα πράγματα δεν είναι καλύτερα.
Στον Δείκτη Επιχειρηματικής Πολυπλοκότητας, η Ελλάδα ήταν στην κορυφή του κόσμου το 2019. Το 2022 είχε υποχωρήσει στην 6η θέση – όχι επίζηλη αλλά εκτός παγκόσμιου βάθρου. Το 2023 ανέβηκε πάλι στη δεύτερη θέση κι αμέσως μετά ξανακέρδισε το χρυσό!
Ο κ. Μητσοτάκης έχει λιγότερο από ένα χρόνο και ελάχιστο πολιτικό κεφάλαιο για να πείσει πως εάν ξαναπάρει την ψήφο των πολιτών, η νέα θητεία δεν θα μοιάζει με την τρέχουσα.
