Γιατί πρέπει οι δυνάμεις να μείνουν στην Κύπρο
Η αποστολή των δύο φρεγατών, μεταξύ των οποίων και της νεότευκτης γαλλικής και των τεσσάρων αναβαθμισμένων μαχητικών στην Κύπρο και η μεταφορά ανατολικά σημαντικών συστημάτων αεράμυνας ικανών να διασφαλίσουν τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ του Νοτιοανατολικού Αιγαίου και της Κύπρου έπειτα από το ιρανικό χτύπημα εναντίον των βρετανικών βάσεων στο Ακρωτήρι, ήταν μία απόλυτα ορθή, άμεση και επιβεβλημένη απόφαση. Τέτοια, που δεν έχουμε συνηθίσει. Και που, για λόγους ουσίας και τιμιότητας, ασφαλώς οφείλονται έπαινοι στην κυβέρνηση για τη λήψη και την κεραυνοβόλα εκτέλεσή της, ιδίως από εδώ, όπου της ασκείται έντονη κριτική επί αυτών των θεμάτων, είτε πρόκειται για τον Πρωθυπουργό είτε για τον υπουργό Αμυνας, που φέρεται να υπήρξε ο κινητήριος μοχλός της.
Ηταν μία κίνηση… «σχεδόν ματ». Ο λίαν αδόκιμος αυτός όρος έχει την έννοια ότι εκείνο που μένει για να γίνει πραγματικά «κίνηση ματ», είναι το να συνοδευτεί από ένα ακόμα, αντίστοιχων διαστάσεων, ίσως και πιο βαθιάς στρατηγικής, επόμενο βήμα: οι δυνάμεις που πήγαν στην Κύπρο, να μείνουν εκεί. Να μη σπεύσει η κυβέρνηση να επιστρέψουν. Καθόλου. Αντιθέτως, να κινηθεί προς επιπλέον ενίσχυσή τους. Και, εξίσου σημαντικό, προς έναν εντελώς νέο αμυντικό σχεδιασμό ο οποίος θα περιλαμβάνει και την Κύπρο μα και πρόνοιες σχετικές με τη συμμαχική σχέση με το Ισραήλ.
Αυτά όμως όχι με την παλιά αντίληψη του «Ενιαίου αμυντικού χώρου» ότι «έρχεται» η Ελλάδα όταν χρειαστεί. Μα ότι οι ισχυρές ελληνικές δυνάμεις στο νησί και πέριξ αυτού δεν προστατεύουν μόνον το ίδιο, αλλά και μπορεί να αποδειχθούν εξαιρετικά αποτελεσματικές και για το Αιγαίο, αφού αν εκ προοιμίου ελεγχθεί όλη αυτή η ενδιάμεση περιοχή, κάτι εφικτό με τα σύγχρονα μέσα, τότε οι επεκτατικοί σχεδιασμοί της Τουρκίας θα καταστούν μακράν δυσχερέστεροι και πιο επικίνδυνοι για την ίδια από ό,τι πριν.
Αυτά δε, χωρίς καν να προσθέσει κανείς τη γαλλική συνδρομή που ήδη ανακοίνωσε ο Μακρόν και σπεύδει προς ενίσχυση με σαφή ρόλο, αλλά ούτε και τον «παράγοντα Ισραήλ», ο οποίος αν η Ελλάδα αποδειχθεί ότι είναι αποφασισμένη να μην επιτρέψει τετελεσμένα, πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι θα συνδράμει αποφασιστικά και πολλαπλασιαστικά την υπαρξιακής σημασίας τριπλή συμμαχία.
Για να αντιληφθεί κανείς τι σημασία έχουν όλα αυτά, δεν χρειάζεται να κάνει πολλά: δύο αρκούν. Πρώτον, να συγκρίνει, πρωτίστως ποιοτικά, τις δυνάμεις των δύο πλευρών. Και δεύτερον, πολύ απλά, να δει καθαρά τον χάρτη: βλέποντας την έκταση και μόνον που αντιπροσωπεύεται από αυτή την τριπλή συμμαχία, αμέσως θα κατανοήσει το τι σημαίνουν όλα τα παραπάνω ως πολλαπλασιαστής ισχύος. Τι αντιπροσωπεύουν σε δυνατότητες πρωτοφανούς κλίμακας ως συμμαχική επικράτεια. Και θα κατανοήσει αμέσως γιατί έχουν προκαλέσει την οργή του Ερντογάν που, φυσικά, κρύβει βαθιά ανησυχία.
Στον αντίποδα αυτών πάντως, αν μετά τη στοχοποίηση της Κύπρου από τους μουλάδες και την ακραία προκλητική αδιαφορία της «ενωμένης Ευρώπης» υπάρχει ακόμα κανείς που πιστεύει στην υποκρισία που οι Γερμανοί βάφτισαν «κοινή άμυνα» εννοώντας την ευκαιρία να ξαναγίνουν μεγάλη πολεμική δύναμη ασφαλώς αποκλειστικά για εθνικιστικούς τους λόγους και για το Lebensraum τους, πλέον, εμπίπτει οριστικά στη σφαίρα της επιστήμης.
