Καθένας για τον εαυτό του λέει
Το 1979, η Κίνα εισέβαλε στο Βιετνάμ. Ηθελε να το τιμωρήσει επειδή είχε ανατρέψει τους Κόκκινους Χμερ στην Καμπότζη. Κι ακόμα περισσότερο διότι είχε συμμαχήσει με την άσπονδη εχθρά της, τη Σοβιετική Ενωση.
Εμπαινα μόλις στην εφηβεία. Τυχαία βρέθηκα σε μια άτυπη σύναξη μελών και στελεχών του ΕΚΚΕ. Του Επαναστατικού Κομμουνιστικού Κινήματος Ελλάδας. Είχαν συγκλονιστεί. Βασανίζονταν συναισθηματικά και διανοητικά. Μαοϊκοί μέχρι το μεδούλι. Θαυμαστές συνάμα του ηρωικού, νικηφόρου αγώνα που είχε δώσει το Βιετνάμ εναντίον των Αμερικάνων. Και ξαφνικά οι δυο χώρες-πρότυπα, οι πυρσοί στην πορεία προς τον σοσιαλισμό, να συγκρούονται μεταξύ τους! Ενιωθαν προφανώς οι Εκκετζήδες σαν τα παιδάκια όταν τσακώνονται, όταν χωρίζουν οι αγαπημένοι τους γονείς. Με ποιον να πάνε; Ποιον να αφήσουν;
Αφού ζυμώνονταν επί ώρες, ξιφομαχώντας με τσιτάτα του Μαρξ και του Μάο, κατάφερε επιτέλους ο εντεταλμένος της ηγεσίας να τους περάσει τη γραμμή. Οτι η Κίνα, όπως και να ‘χε, έπραττε σωστά. Ενώ το Βιετνάμ εκπροσωπούσε πλέον τον σοσιαλιμπεριαλισμό. Οι περισσότεροι δεν πείστηκαν, πρυτάνευσε απλώς εντός τους η κομματική πειθαρχία. Απεχώρησαν με σκυμμένο κεφάλι. Ημουν κι εγώ μέσα μου διχασμένος κατά διαφορετικό τρόπο. Από τη μία, έτσι όπως σκυλοτρώγονταν για πρόσωπα και καταστάσεις που ουσιαστικά αγνοούσαν μού έμοιαζαν γραφικοί. Κανείς τους δεν είχε βρεθεί ποτέ στην Ασία, δεν είχε δει τις κοινωνίες που φανατικά υμνούσε ή αναθεμάτιζε. Το πάθος τους, από την άλλη, με γοήτευε. Η ειλικρινής τους αγωνία για ό,τι ουδόλως τους επηρέαζε προσωπικά. Εάν δεν σε νοιάζουν παρά τα δικά σου, η ψυχή σου στεγνώνει. Καταντάς «τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι». Ενας προσγειωμένος ιδιώτης. Ενας μαλάκας.
Σε παρόμοιες κουβέντες έτυχα συχνά στη ζωή μου. Αριστεροί εναντίον δεξιών, οι μεν να υμνούν τον σοσιαλιστικό παράδεισο, οι δε τη φιλελεύθερη δημοκρατία – «για ποια δημοκρατία μιλάς, Νικολάκη; Για να ‘σουν μαύρος στην Αμερική…». Σε μικροαστικά διαμερίσματα στους Αμπελόκηπους. Σε ντουμανιασμένα καφενεία στα Εξάρχεια. Με επιχειρήματα ξεπατικωμένα από κομματικές φυλλάδες, βγαλμένα στην καλύτερη από εκδρομές με γκρουπ στην Ανατολική Ευρώπη. «Καταθέτουν οι νύφες τις ανθοδέσμες τους στο μαυσωλείο του Λένιν!». «Και έπειτα το δίνουν στους τουρίστες με αντάλλαγμα ένα μπλουτζίν…». «Σκάσε!». «Εσύ να πλαντάξεις!»
Οσο κυλούσαν τα χρόνια, ο κόσμος μίκραινε. Οι άνθρωποι ταξίδευαν, τα άβατα έπεφταν. Ακόμα και για τους καθηλωμένους στην Ελλάδα και η πιο μακρινή, αλούτερη χώρα δεν είναι πλέον λήμμα στην εγκυκλοπαίδεια αλλά ντοκιμαντέρ στο Διαδίκτυο. Επιμορφώνεσαι, αν θες, ισοβίως. Συγκροτείς στέρεα πεποίθηση. Ή έτσι νομίζεις.
«Το καθεστώς των μουλάδων δεν επιτρέπει στις γυναίκες καλά-καλά να αναπνέουν…». «Κούνια που σε κούναγε. Αυτά τα διακινεί η δυτική προπαγάνδα. Συνάντησα τις προάλλες μια Ιρανή. Μέλι περνάνε, μου ορκιζόταν, κεκλεισμένων των θυρών. Γλεντάνε με αλκοόλ, μέχρι στριπτίζ συνηθίζουν στα πάρτι τους. Οι σεμνότυφες δήθεν μουσουλμάνες φοράνε τα πιο σέξι εσώρουχα. Δίνουν απλώς κατιτίς στη θρησκευτική αστυνομία για να κάνει τα στραβά μάτια…». «Στον δρόμο όμως τυλίγονται με μπούρκες!». «Σιγά το πράγμα, μου είπε. Σε διευκολύνει ίσα-ίσα να πηγαίνεις από τον σύζυγο στον γκόμενο και να μη σε παίρνει χαμπάρι κανένας…». «Βλακείες σου ξεφούρνιζε, ίσως και να σε δούλευε ψιλό γαζί». «Σωστά. Εσύ, που δεν μιλάς ούτε αγγλικά, ξέρεις καλύτερα». Διαβάζω τις ανακοινώσεις των ελληνικών κομμάτων, που απευθύνονται – κακά τα ψέματα – στους ψηφοφόρους τους, ουδόλως στη διεθνή κοινότητα. Παρακολουθώ τα πάνελ. Με διασκεδάζουν οι πιρουέτες που κάνουν κάποιοι «προοδευτικοί» για να καταδικάσουν τις ΗΠΑ και το Ισραήλ δίχως να δώσουν συγχωροχάρτι στους Χομεϊνήδες και τους Χαμενεήδες. Τις αψιμαχίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όπου όποιος στριμώχνεται ρίχνει την μπάλα εκτός γηπέδου – «για πες για την Ουκρανία!», «για τη γενοκτονία στο Σουδάν ούτε που ιδρώνει το αφτάκι σου!».
Επιβεβαιώνεται η φράση ενός σοφού, μακαρίτη πια, φίλου μου. «Καθένας, ό,τι και να λέει, για τον εαυτό του μιλάει. Τις δικές του αγωνίες προβάλλει στα γεγονότα. Μη δίνεις βάση σε επιχειρήματα. Κοίταζε τους ανθρώπους».
