Ο πεζόδρομος που δεν προσποιείται
Υπάρχουν δρόμοι που σχεδιάστηκαν για να γίνουν προορισμοί και υπάρχουν δρόμοι που έγιναν προορισμοί, επειδή τους το επέβαλε η ίδια η ζωή.
Η Βαλτετσίου είναι ένας στενός πεζόδρομος σήμερα, αλλά κομψός, φίνος και ανεπιτήδευτος. Σε λιγότερο από μισό χιλιόμετρο συμπυκνώνει σχεδόν ενάμιση αιώνα αθηναϊκής ιστορίας: δείγματα αρχιτεκτονικής, φοιτητική ζωή, βιβλιοπωλεία, πολιτική δράση, καφέ, το Πολυτεχνείο και το Μουσείο σε απόσταση λίγων βημάτων. Είναι από εκείνους τους δρόμους όπου η γεωμετρία έχει μικρότερη σημασία από το αιωρούμενο πολιτισμικό βάρος.
Ενας πεζόδρομος που εδώ και δεκαετίες συνενώνει ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, ιδεών κι αισθητικών αναζητήσεων, δημιουργώντας έναν από τους πιο αυθεντικούς αστικούς μικρόκοσμους της Αθήνας. Συνδέει τις παρυφές του Κολωνακίου – ύψος της περίφημης Γαλλικής Σχολής Αθηνών – με την πλατεία Εξαρχείων. Κόβει ευθύγραμμα με αυτοπεποίθηση τις μικρές μεγάλες σημαίνουσες των Εξαρχείων, τη Μαυρομιχάλη, τη Χαριλάου Τρικούπη, τη Ζωοδόχου Πηγής, την Εμμανουήλ Μπενάκη, και μαζί με αυτές δημιουργεί τη σπάνια γοητεία μιας ολόκληρης γειτονιάς.
Η γοητεία της δεν βρίσκεται στην επιδεικτική πολυτέλεια, ούτε στην επιμελημένη εικόνα μιας τουριστικής βιτρίνας· βρίσκεται στον κοσμοπολίτικο και ταυτόχρονα εναλλακτικό χαρακτήρα της. Κτίρια του νεοκλασικισμού και του αθηναϊκού μοντερνισμού κατά μήκος της και στις κάθετες νοητές προεκτάσεις, συγκροτούν ένα ζωντανό εργαστήρι της αθηναϊκής αρχιτεκτονικής εξέλιξης του τελευταίου αιώνα. Στα μικρά μπαρ που γεμίζουν με ωραίες μουσικές και αισθησιακότητα, στο αβανγκάρντ των νεαρών καλλιτεχνών, στα ιδιαίτερα εστιατόρια που πειραματίζονται χωρίς να χάνουν την οικειότητα της γειτονιάς, στα καφέ όπου οι συζητήσεις κρατούν ώρες και οι παρέες αλλάζουν, αλλά η αίσθηση του ανήκειν και της συμπερίληψης παραμένει ίδια.
Η Βαλτετσίου δεν είναι όμως μόνο ένας δρόμος της εναλλακτικής ψυχαγωγίας. Είναι ένας αυτοσχέδιος δημόσιος χώρος που λειτουργεί σαν γραμμικό υπαίθριο αμφιθέατρο της πόλης. Ενας τόπος όπου ο επισκέπτης δεν αισθάνεται περαστικός, αλλά γίνεται γρήγορα μέρος μιας καθημερινής παράστασης που εξελίσσεται χωρίς σκηνοθέτη. Τα τελευταία περίπου εκατό μέτρα της, λίγο πριν συναντήσει την πλατεία Εξαρχείων, συνθέτουν ίσως το πιο όμορφο υπαίθριο καθιστικό της Αθήνας. Ενας ανοιχτός κήπος μέσα στον αστικό ιστό, με τη θρυλική Ροζαλία να μεσουρανεί, όπου το πράσινο, οι σκιές των δέντρων, τα τραπεζάκια κι οι ανθρώπινες φωνές δημιουργούν μια σπάνια αίσθηση προσωπικής απελευθέρωσης και αποστασιοποίησης από την ένταση της ζωής της μεγαλούπολης. Εκεί η πόλη μοιάζει να αναπνέει διαφορετικά.
Είναι το σημείο όπου η Βαλτετσίου λειτουργεί σαν ένα ψυχολογικό νήμα που συνδέει σχεδόν αδιόρατα το Κολωνάκι με την καρδιά των Εξαρχείων. Αλλοτε αντιφατικά κι άλλοτε συμπληρωματικά. Δύο κόσμοι, που συχνά παρουσιάζονται ως αντίθετοι, αλλά στην πραγματικότητα συνομιλούν μέσα από την κοινή τους σχέση για τον πολιτισμό, την ελευθερία της έκφρασης και την αστική ζωή. Στη Βαλτετσίου, αυτή η συνάντηση δεν γίνεται θεωρητικά· γίνεται καθημερινά. Ανάμεσα στους ανθρώπους που περπατούν, στους φοιτητές, τους καλλιτέχνες, τους κατοίκους, τους επισκέπτες από όλο τον κόσμο που ανακαλύπτουν μια Αθήνα μακριά από τα στερεότυπα.
Η πολιτιστική της ταυτότητα, η αύρα της είναι έκδηλη. Το νεοκλασικό κτίριο των εικαστικών, ο ιστορικός θερινός κινηματογράφος «RIVIERA», και η μίνιμαλ πράσινη αυλή του «Γιάντες» θυμίζουν ότι το αθηναϊκό καλοκαίρι εξακολουθεί να έχει τη δική του τελετουργία· χαμηλόφωνα, αλλά υψηλόκαρδα. Σε δύο συνεχόμενα ημιυπόγεια λειτουργούν οι περίφημες θεατρικές-δραματικές σχολές, όπου νέοι ηθοποιοί δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους και δίνουν τη ζωή, τον παλμό κι ενίοτε το ταλέντο τους σε δημόσια περφόρμανς στο πεζοδρόμιο σε χώρους που διαφορετικά θα έμεναν σιωπηλοί. Λίγα μέτρα πιο πέρα, οι βιτρίνες των επιλεγμένων second hand καταστημάτων εκθέτουν με αδιαπραγμάτευτη άποψη ότι η υψηλή κι ενίοτε έκκεντρη αισθητική δεν προϋποθέτει την υπερβολή της κατανάλωσης, αλλά το προσωπικό βλέμμα, την επιμέλεια και την αγάπη για το stylish μιας νέας πρότασης. Ενδύματα, παπούτσια, αξεσουάρ, όπως θα ήταν η μικρογραφία των περίφημων καταστημάτων του πιο ιδιαίτερου ανατολικού Βερολίνου.
Κι όμως, όσο ζωντανή κι αν είναι, η Βαλτετσίου παραμένει ένας χώρος που δεν έχει τύχει από το «δημόσιο» χέρι της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομικής φροντίδας αυτού που πραγματικά αξίζει. Θα μπορούσε να αποτελεί πρότυπο αστικής ανάπλασης, ένα εργαστήριο σύγχρονου δημόσιου χώρου που θα αναδείκνυε ακόμη περισσότερο τα ιστορικά της κτίρια, το πράσινο, τον πολιτιστικό της χαρακτήρα και την καθημερινή της λειτουργία. Αντί γι’ αυτό, παραμένει ουσιαστικά χωρίς έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό από την κεντρική διοίκηση και την Αυτοδιοίκηση, αφήνοντας την ίδια την κοινωνία να συντηρεί αυτό που οι θεσμοί δεν αξιοποίησαν ποτέ όσο θα έπρεπε.
Ισως όμως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη δύναμή της. Γιατί η Βαλτετσίου δεν γεννήθηκε από μια μελέτη branding, ούτε από ένα πρόγραμμα αστικής προβολής. Εγινε brand μέσα από τις αναμνήσεις, τις ιστορίες, τις γνωριμίες, τις τέχνες, τις ιδέες και τις αντιθέσεις που φιλοξένησε. Η αυθεντικότητά της δεν κατασκευάστηκε, καλλιεργήθηκε σταδιακά από τα νοσταλγικά χρόνια της Μεταπολίτευσης. Σαν ένα μικρό εστέτ δείγμα μιας κοινωνικής-πολιτικής εξέλιξης του δημιουργικού αυθορμητισμού.
Σε μια εποχή όπου πολλές γειτονιές αναζητούν τεχνητά ταυτότητα, η Βαλτετσίου εξακολουθεί να διαθέτει κάτι πολύ πιο πολύτιμο: ψυχή. Είναι η ψυχή της πραγματικής, ζώσας πόλης. Μιας Αθήνας που δεν φοβάται να είναι σύνθετη, αντιφατική, δημιουργική κι ανθρώπινη. Είναι ένα βαθιά συναισθηματικό, ώριμο κι αδιαπραγμάτευτα «ψαγμένο» αστικό τοπόσημο της σύγχρονης Αθήνας, που συνεχίζει να γοητεύει, όχι επειδή επιδιώκει να εντυπωσιάσει αλλά επειδή παραμένει αληθινό.
Ο Σταύρος Κωνσταντινίδης είναι πολιτικός μηχανικός – συγκοινωνιολόγος και πρώην διοικητής της ΥΠΑ
