Στέλιος Ράμφος (1939 – 2026): Ο στοχαστικός πλους του ολοκληρώθηκε
Ηθελα να βρισκόμουν παρὰ θῖν’ ἁλός όταν πληροφορήθηκα τον θάνατο του Στέλιου Ράμφου. Το μήνυμα των «ΝΕΩΝ» ζητούσε να γράψω ένα κείμενο εις μνήμην του. Ηξερα ότι θα δεχόμουν, νιώθοντας όμως ανεπαρκής απέναντι στο εύρος του στοχασμού του. Αφενός θεώρησα πνευματικό καθήκον τη συγγραφή, αφετέρου ο ίδιος με είχε τιμήσει με τη φιλία του. Οταν κυκλοφόρησε ο δεύτερος τόμος των «Πολιτικών του Βίου», μου τηλεφώνησε, προτού προλάβω να τον αποστείλω, για να μοιραστεί τις εντυπώσεις του. Λίγα χρόνια αργότερα, όταν έμαθε ότι περνούσα μια δύσκολη προσωπική στιγμή, με κάλεσε για να μου συμπαρασταθεί. Δεν το ξέχασα ποτέ. Την τελευταία δεκαετία συναντιόμασταν περιστασιακά στα γραφεία των Εκδόσεων Αρμός. Ηταν πάντα εγκάρδιος και γενναιόδωρος, με μια καλοσύνη που χαρακτήριζε το πώς συνομιλούσε. Συζητούσαμε κυρίως την επικαιρότητα και όσα απασχολούσαν τη σκέψη του. Δεν θυμάμαι πότε μιλήσαμε για τελευταία φορά.
Ο θάνατός του κλείνει έναν από τους πλέον ιδιάζοντες στοχαστικούς πλόες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Ο Ράμφος εργάστηκε επί δεκαετίες για να κατανοήσει το ελληνικό ζήτημα ως πρόβλημα ανθρωπολογικό, το οποίο αφορά τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο σχετίζεται με τον χρόνο, την ιστορία και την ευθύνη. Η «Ελλάδα των ονείρων» στεφανώνει την εικοσαετή αγρύπνια του στα μεταλλεία της ελληνορθόδοξης ταυτότητας. Η κατάβαση ξεκίνησε στον «Καημό του ενός» με τη διερεύνηση της ατομικότητας στη βυζαντινή και τη νεοελληνική ιστορία. Ακολούθησαν, στο «Μυστικό του Ιησού», η στρωματογραφία της ελληνορθόδοξης ατομικότητας και η σύγκριση του νηπτικού αγίου με τη νεωτερική δυτική ατομικότητα.
Στην «Ελλάδα των ονείρων» ο Ράμφος εξορύσσει από τα βάθη της ελληνορθόδοξης ταυτότητας τα κοιτάσματα του ελληνικού κοινωνικού φαντασιακού με μια ερμηνευτική των ονείρων η οποία δεν είναι ψυχαναλυτική, αλλά υπαρξιακή και κοινωνιολογική. Η θεωρητική του παραδοχή είναι ότι τα όνειρα, αν και συνιστούν πρωτίστως ψυχικό φαινόμενο, εμπεριέχουν πολιτισμικά στοιχεία, όπως οι μύθοι. Εντός και μέσω αυτών δεν εκφράζονται μόνο ατομικές επιθυμίες και φόβοι, αλλά επίσης η ιστορική εμπειρία, καθιστώντας εφικτή τη διαύγαση της σχέσης μιας κοινωνίας με τον εαυτό της.
Στον πυρήνα της ραμφικής ερμηνείας βρίσκεται η διάγνωση ότι η ελληνορθόδοξη ιστορική συνείδηση συγκροτήθηκε με εσχατολογικούς όρους, με συνέπεια τη δημιουργία ενός ανθρωπότυπου διαφορετικού από εκείνον που επικράτησε στη δυτική Ευρώπη. Η προσδοκία της αιωνιότητας συρρικνώνει το παρόν, καταστέλλοντας τη δημιουργικότητα τόσο του υποκειμένου όσο και της κοινωνίας. Με το παρελθόν στη θέση του παρόντος, το ελληνορθόδοξο υποκείμενο προτάσσει τη θέαση ενός αναλλοίωτου καθολικού έναντι της κοινωνικής πραγματικότητας, τη φαντασίωση έναντι του πράττειν και τον κοινοτικό ομαδισμό έναντι της υπεύθυνης ατομικότητας.
Η ανάδειξη της λειτουργίας των ελληνορθόδοξων κοινωνικών φαντασιακών σημασιών και των επιπτώσεών τους στο ελληνικό κράτος και στην εθνική ταυτότητα υπήρξε ρηξικέλευθη. Ωστόσο η δύναμη του ραμφικού έργου εδράζεται εκεί ακριβώς όπου διακρίνονται και τα όριά του. Το ερμηνευτικό σχήμα φωτίζει αποφασιστικά όψεις του ελληνικού βίου, παραβλέποντας όμως τον οθωμανικό πολιτισμό και τη μοναρχία ως καθοριστικούς ιστορικούς παράγοντες, όπως επίσης τον γερμανικό Ρομαντισμό και τον φιλελληνισμό ως κρίσιμα ιδεολογικά ρεύματα. Επιπλέον, εξετάζοντας σχεδόν αποκλειστικά την ταυτότητα στην ελληνική επικράτεια, παραγνωρίζει τη μακραίωνη κοσμοπολιτική εμπειρία της διασποράς. Εκκρεμές παραμένει επίσης το ερώτημα του πολιτικού προτάγματος και του φορέα της αλλαγής.
Η εμπειρία της διασποράς προσφέρει ένα αντίβαρο που απουσιάζει από το ραμφικό σχήμα. Αναχωρώντας και εργαζόμενοι για ένα καλύτερο μέλλον, δίχως να εγκλωβίζονται στο παρελθόν, οι απόδημοι ρίζωσαν στα πέρατα της οικουμένης, παραμένοντας Ελληνες ως Αμερικανοί, Αυστραλοί ή Γερμανοί. Ο νόστος δεν στείρωσε τη δημιουργικότητά τους, όπως η αγάπη για τις ρίζες δεν τους εμπόδισε ν’ αγαπήσουν τις νέες πατρίδες. Απέπλευσαν για το πέλαγος του κόσμου ως απόγονοι των Αργοναυτών και σταυροκοπήθηκαν στα κύματα, διαμορφώνοντας καταμεσής της θάλασσας μια μη εσχατολογική αντίληψη του χρόνου, η οποία συν-χωρούσε την Παναγία και την Αθηνά, γεννώντας μια θαλερή ιστορική συνείδηση.
Η θάλασσα δεν συνιστά εναλλακτική μονοαιτιακή εξήγηση του ελληνικού ζητήματος, αλλά μια αντίρροπη πολιτισμική χρονικότητα, η οποία περιόρισε χωρίς να καταργήσει την εσχατολογική στασιμότητα. Ιδεοτυπικά, ο χρόνος της γης είναι κυκλικός, δεμένος με τον ρυθμό των εποχών, ενώ ο χρόνος της θάλασσας είναι ανοικτός στην ενδεχομενικότητα, στον κίνδυνο και στη συνάντηση με την ετερότητα. Η ναυτική εμπειρία του Βυζαντίου, δίχως να εξηγεί μόνη της την ιστορική του πορεία, διατήρησε ανοίγματα προς την πρακτική ορθολογικότητα, φέροντας αρχαιοελληνικές κοινωνικές φαντασιακές σημασίες. Λόγω του απρόβλεπτου της θάλασσας ευνοούνται η εφεύρεση εργαλείων και μεθόδων εργασίας, η προσαρμοστικότητα και η περιέργεια για το καινοφανές.
Ισως λοιπόν η αυτοκατανόησή μας ως Ελλήνων να εμπλουτιζόταν, αν διερευνούσαμε την εθνική ταυτότητα συμπεριλαμβάνοντας τις προαναφερθείσες σημασίες που κυματίζουν μέσα μας. Η φιλοτιμία, η φιλοξενία, η φιλοκαλία, η αριστεία, η άμιλλα, η επίγνωση της ύβρεως και η φρόνηση δύνανται, μαζί με την πρόκριση του ανθρώπου ως μέτρου των πραγμάτων, να συστήσουν έναν εαρινό ελληνισμό.
Ο πλους του Στέλιου Ράμφου ολοκληρώθηκε. Η θάλασσα εντός μας παφλάζει ανεξάντλητη.
Ο Θεοφάνης Τάσης είναι φιλόσοφος και διδάσκει Φιλοσοφία της Πληροφορίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Το τελευταίο του βιβλίο «Ψηφιακός ανθρωπισμός ΙΙ: Τεχνητή νοημοσύνη και τέχνη του βίου» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός.
