Οι 100.000 ζωές της αρχαιότερης τράπεζας του κόσμου
Η Monte dei Paschi di Siena γεννήθηκε το 1472, επέζησε από πολέμους, σκάνδαλα, αυτοκτονίες και μια παρ’ ολίγον χρεοκοπία. Σήμερα επιχειρεί να αποφύγει την εξαγορά της από την Intesa Sanpaolo, εξαπολύοντας τη δική της διπλή επίθεση δισεκατομμυρίων. Στη Σιένα, όμως, η μάχη δεν αφορά μόνο μια τράπεζα. Αφορά την ίδια την πόλη.
Στην Piazza Salimbeni της Σιένα ο χρόνος δεν κυλά με την ταχύτητα των χρηματιστηρίων. Εχει το βάρος της πέτρας. Τα ιστορικά κτίρια σχηματίζουν ένα κλειστό, σχεδόν απόρθητο τετράγωνο γύρω από το άγαλμα του οικονομολόγου και κληρικού Σαλλούστιο Μπαντίνι. Πίσω από τις μεσαιωνικές προσόψεις βρίσκεται η έδρα της Monte dei Paschi di Siena, της αρχαιότερης τράπεζας στον κόσμο που εξακολουθεί να λειτουργεί.
Η MPS δεν είναι απλώς εγκατεστημένη στη Σιένα. Είναι φτιαγμένη από το ίδιο υλικό με την πόλη. Από υπερηφάνεια, μυστικότητα, τοπικισμό και μια επίμονη άρνηση να αποδεχθεί ότι η Ιστορία μπορεί κάποτε να τελειώσει. Γι’ αυτό και η δημόσια πρόταση εξαγοράς της από την Intesa Sanpaolo, ύψους περίπου 30,6 δισ. ευρώ, δεν αντιμετωπίζεται στην Τοσκάνη σαν μια συνηθισμένη τραπεζική συμφωνία. Μοιάζει περισσότερο με πολιορκία.
Η απάντηση της Monte dei Paschi είναι τολμηρή: αντί να περιμένει να απορροφηθεί, επιχειρεί να μεγαλώσει τόσο ώστε να μην μπορεί πλέον να καταποθεί. Η διοίκησή της προωθεί προσφορές για την Banco BPM και την Banca Generali, σε μια επιχείρηση συνολικής αξίας περίπου 34 δισ. ευρώ. Αν το σχέδιο ολοκληρωθεί, θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας νέος τραπεζικός όμιλος με χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση που θα πλησιάζει τα 70 δισ. ευρώ.
Θα ήταν ο περίφημος «τρίτος πόλος» του ιταλικού τραπεζικού συστήματος. Ενας όμιλος ικανός να σταθεί απέναντι στους δύο μεγάλους, την Intesa Sanpaolo και τη UniCredit. Μια μεταμόρφωση της MPS από πολιορκημένο κάστρο σε στρατηγική δύναμη. Ή, ανάλογα με την οπτική, ένα παράτολμο άλμα ενός οργανισμού που γνωρίζει ότι δεν διαθέτει άλλη ασφαλή έξοδο.
Στο τραπεζικό «Παλάτι» της Ιταλίας, οι συμφωνίες δεν κρίνονται ποτέ αποκλειστικά από τα οικονομικά μεγέθη. Συμμετέχουν η κυβέρνηση, οι δήμοι, οι τοπικές ελίτ, οι ρυθμιστικές Αρχές και τα μεγάλα επενδυτικά συμφέροντα. Η κάθε κίνηση ενεργοποιεί βέτο, συμμαχίες και παλιές υποχρεώσεις. Η BPM συνδέεται με την Crédit Agricole. Η Banca Generali έχει τον δικό της στρατηγικό ρόλο. Η Intesa μπορεί να επανέλθει με βελτιωμένη προσφορά. Και πάνω από όλα αιωρείται το ενδεχόμενο άσκησης της κρατικής «χρυσής εξουσίας», του δικαιώματος της Ρώμης να παρέμβει για λόγους εθνικού συμφέροντος.
Το διακύβευμα για τη Σιένα είναι σαφές: η διατήρηση της επωνυμίας, των θέσεων εργασίας και, κυρίως, του κέντρου λήψης αποφάσεων στην πόλη. «Να αλλάξει χωρίς να πάψει να είναι αυτό που είναι» θα μπορούσε να αποτελεί το σύνθημα. Επειτα από χρόνια κρατικών διασώσεων και επώδυνων αναδιαρθρώσεων, οι τοπικοί παράγοντες δεν θέλουν να δουν την τράπεζα να μετατρέπεται σε περιφερειακό παράρτημα ενός ομίλου με έδρα το Μιλάνο.
Ο Ματέο Σαλβίνι έσπευσε να συνδέσει την ανάκαμψή της με την παρουσία της Λέγκας στην κυβέρνηση. Θύμισε ότι η MPS βρισκόταν στο χείλος της εκκαθάρισης και σήμερα καταγράφει ξανά κέρδη και προσελκύει το ενδιαφέρον των ισχυρότερων παικτών της χώρας. Δήλωσε ότι δεν παρεμβαίνει στην αγορά, αλλά παραδέχθηκε ότι συνομίλησε με τη δήμαρχο της Σιένα, Νικολέτα Φάμπιο, ζητώντας εγγυήσεις για την απασχόληση και τη διατήρηση του ονόματος.
Η πολιτική αντίφαση είναι χαρακτηριστικά ιταλική. Το κράτος δηλώνει ότι σέβεται τους κανόνες της αγοράς, αλλά γνωρίζει πως υπάρχουν οργανισμοί που δεν μπορούν να αφεθούν αποκλειστικά σε αυτούς. Η Monte dei Paschi ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Επειδή δεν είναι μόνο τράπεζα. Είναι σύμβολο, εργοδότης, χρηματοδότης και μηχανισμός κοινωνικής ισορροπίας μιας ολόκληρης περιοχής.
Γεννήθηκε το 1472 ως Monte di Pietà, ένας θεσμός που παρείχε πίστωση στα φτωχότερα στρώματα της Δημοκρατίας της Σιένα. Σε μια κοινωνία γαιοκτημόνων, χωρίς ισχυρή βιομηχανική αστική τάξη, η τράπεζα έγινε υποκατάστατο της οικονομικής δομής που έλειπε. Χρηματοδοτούσε δραστηριότητες, στήριζε οικογένειες και επέτρεπε στην πόλη να λειτουργεί. Η πορεία της συνδέθηκε τόσο στενά με τη Σιένα ώστε τα όρια ανάμεσα στην τράπεζα, στην τοπική εξουσία και στην κοινωνία συχνά εξαφανίζονταν.
Αυτή η ταύτιση αποτέλεσε τη δύναμή της, αλλά και τη μεγάλη της αδυναμία. Η MPS εξελίχθηκε σε κλειστό σύστημα ισχύος, με ανεπαρκείς ελέγχους, πολιτικές παρεμβάσεις και διοικήσεις που συμπεριφέρονταν σαν να ήταν αδύνατον να λογοδοτήσουν. Για αιώνες άλλαζε νομική μορφή, αλλά διατηρούσε άθικτο το ίδιο νεύρο: την πεποίθηση ότι η επιβίωσή της ήταν συνώνυμη με την επιβίωση της πόλης.
Η μεγαλύτερη καταστροφή ήρθε με την εξαγορά της Antonveneta από τη Santander το 2007. Η Monte dei Paschi κατέβαλε ένα υπέρογκο τίμημα για μια τράπεζα που αποδείχθηκε οικονομικά δυσβάσταχτη. Η συμφωνία πραγματοποιήθηκε λίγο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και εξελίχθηκε σε βαρίδι δισεκατομμυρίων. Ακολούθησαν ζημιές που αποκρύφθηκαν, σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα, δικαστικές έρευνες και καταδίκες στελεχών.
Γύρω από την τράπεζα αναπτύχθηκε μια ολόκληρη σκοτεινή μυθολογία. Καταγγελίες για μυστικές διαδρομές χρήματος, πολιτικά δίκτυα, μασονικές στοές, διασυνδέσεις με τη Μαφία και επαφές με το Ινστιτούτο Θρησκευτικών Εργων, τη λεγόμενη Τράπεζα του Βατικανού. Η πραγματικότητα συχνά αναμείχθηκε με τη φήμη, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν αρκετά βαριά. Η κρίση συνοδεύτηκε ακόμη και από θανάτους που συγκλόνισαν τη Σιένα και ενίσχυσαν την εικόνα μιας τράπεζας εγκλωβισμένης στα μυστικά της.
Το 2016 η ιταλική κυβέρνηση αναγκάστηκε να τη διασώσει, εισφέροντας 5,4 δισ. ευρώ. Η κρατικοποίηση απέτρεψε την κατάρρευση, αλλά συνοδεύτηκε από βαθιά αναδιάρθρωση, περικοπές και απώλεια κύρους. Η αρχαιότερη τράπεζα του κόσμου είχε φτάσει πιο κοντά από ποτέ στο τέλος της.
Κι όμως επέστρεψε. Υπό τον διευθύνοντα σύμβουλο Λουίτζι Λοβάλιο, η MPS εξυγίανε μεγάλο μέρος του ισολογισμού της, περιόρισε τα προβληματικά δάνεια και επανήλθε στην κερδοφορία. Η μετοχή ξεπέρασε κρίσιμα χρηματιστηριακά επίπεδα, οι συναλλαγές αυξήθηκαν και η τράπεζα έπαψε να αντιμετωπίζεται ως προβληματικό κατάλοιπο του παρελθόντος. Εγινε ξανά πολύτιμο τρόπαιο.
Η προσφορά της Intesa επιβεβαιώνει ακριβώς αυτή την αλλαγή. Κανείς δεν επιχειρεί να αποκτήσει έναν οργανισμό που δεν έχει αξία. Η Monte dei Paschi, όμως, αντιλαμβάνεται την εξαγορά ως απειλή εξαφάνισης. Το επιχείρημα της Intesa περί οικονομιών κλίμακας και ισχυρότερου ομίλου συναντά στη Σιένα το παλιό ένστικτο της αυτονομίας.
Οι αγορές θα κρίνουν αν η διπλή αντεπίθεση προς BPM και Banca Generali είναι βιώσιμο επιχειρηματικό σχέδιο ή ακριβός αμυντικός ελιγμός για να υποχρεωθεί η Intesa να αυξήσει το τίμημα. Οι μέτοχοι θα αποφασίσουν αν εμπιστεύονται την κατασκευή ενός τραπεζικού κολοσσού από έναν οργανισμό με τόσο ταραγμένο παρελθόν. Οι ρυθμιστικές Αρχές θα εξετάσουν τον ανταγωνισμό, τη χρηματοδότηση και τις πραγματικές συνέργειες.
Στη Σιένα, ωστόσο, η απάντηση έχει ήδη δοθεί. Η τράπεζα πρέπει να παραμείνει. Οχι ως διακοσμητική επιγραφή πάνω σε ένα αναγεννησιακό κτίριο, αλλά ως ζωντανό κέντρο εξουσίας.
Η Monte dei Paschi έχει γεννηθεί και πεθάνει πολλές φορές. Υπήρξε φιλανθρωπικός θεσμός, μηχανισμός ανάπτυξης, κλειστό σύστημα πολιτικής ισχύος, πρωταγωνίστρια σκανδάλων, κρατική τράπεζα και εκ νέου ιδιωτικό τραπεζικό στοίχημα. Φόρεσε χίλια πρόσωπα, διατηρώντας πάντα το ίδιο όνομα.
Τώρα παίζει ακόμη μία ζωή της. Η Intesa θέλει να την αποκτήσει. Εκείνη απαντά επιχειρώντας να αποκτήσει άλλους. Για οποιαδήποτε άλλη τράπεζα, θα ήταν απλώς μια μάχη αριθμών. Για τη Monte dei Paschi είναι μια μάχη ύπαρξης: να μεγαλώσει, να επιβιώσει και να συνεχίσει να δεσπόζει στην Piazza Salimbeni – όχι ως μνημείο μιας εποχής που χάθηκε, αλλά ως η τράπεζα που αρνείται πεισματικά να γίνει τοπίο.
