Τα όρια μιας συμμαχίας
Η ανακοίνωση της υπογραφής της συμφωνίας για την προμήθεια του αμυντικού εξοπλισμού για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» συνοδεύτηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, – ζούμε άλλωστε, εδώ και καιρό, στην εποχή της «εξοπλιστικής διπλωματίας» – από μια σειρά δηλώσεων και τοποθετήσεων που υπογράμμισαν τη σημασία της στρατηγικής συμμαχίας με το Ισραήλ.
Είναι γεγονός ότι αυτή η στρατηγική συμμαχία έχει καθιερωθεί να παρουσιάζεται ως αυτονόητη και ως ένα είδος σταθεράς για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Και δεν αναφέρομαι πρωτίστως, ούτε και κυρίως, σε όσους ούτως ή άλλως αντιμετωπίζουν με θαυμασμό οτιδήποτε κάνει το Ισραήλ, καθώς, με μια βαθιά αποικιοκρατική οπτική, το αντιμετωπίζουν ως το προκεχωρημένο φυλάκιο μιας «λευκής» Δύσης απέναντι σε ένα πλήθος «απειλών», όσο σε αυτούς που επιμένουν ότι με ρεαλισμό αποτιμούν τον συσχετισμό δύναμης και θεωρούν ότι σήμερα η συμπόρευση με το Ισραήλ αντιπροσωπεύει το βασικό αντίβαρο απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα.
Το παράδοξο είναι ότι παρότι η τοποθέτηση αυτή, που μάλιστα έχει και διακομματική αναγνώριση, διατυπώνεται πλέον ως αυτονόητη, ουδέποτε έχει γίνει πραγματική αποτίμηση του εάν αυτή η στρατηγική σχέση έχει αποδώσει τα αναμενόμενα. Ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι η περίοδος που αυτή διαρκεί – και που ξεκινά στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας – ήταν μάλλον μια περίοδος όπου η Τουρκία όχι μόνο αναβάθμισε τη συνολική γεωπολιτική της παρουσία – ας αναλογιστεί κανείς την κλίμακα εμπλοκής της εκτός συνόρων – σε μια ευρύτερη περιοχή, αλλά και κλιμάκωσε την αναθεωρητική ρητορική της.
Από την άλλη, μπορεί η ηγεσία του Ισραήλ να επαναλαμβάνει τη χαρά της για αυτή τη συμμαχία, πράγμα λογικό εάν αναλογιστούμε την αυξημένη απομόνωση στην οποία την έχουν οδηγήσει οι πρακτικές γενοκτονίας και εθνοκάθαρσης στη Γάζα και τη Δυτική Οχθη, όμως δύσκολα μπορεί να διακρίνει κανείς σε ποιο μεσοπρόθεσμο σχέδιο για την ειρήνη και τη συνεργασία στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου αποβλέπει η πολιτική ενός κράτους που συστηματικά έχει επενδύσει στην αποσταθεροποίηση και όξυνση συγκρούσεων, με αποκορύφωμα την επένδυση στην κλιμάκωση της σύγκρουσης των ΗΠΑ με το Ιράν, με όλες τις καταστροφικές επιπτώσεις που αυτή έχει για την παγκόσμια οικονομία.
Την ίδια στιγμή, η υπογράμμιση του γεγονότος ότι δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητη η συμπόρευση με ένα κράτος που κατηγορείται για γενοκτονία και δεκαετίες τώρα παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, ξεκινώντας από το ίδιο το γεγονός της παράνομης κατοχής εδαφών (αυτό το οποίο ακριβώς παραμένει ο πυρήνας του Κυπριακού προβλήματος), δεν πρέπει να εκληφθεί μια περιττή ηθικολογία. Αφενός, γιατί υποτίθεται ότι ακρογωνιαίος λίθος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είναι ο σεβασμός στο διεθνές δίκαιο και όχι οι «προβολές ισχύος», αφετέρου γιατί κανείς δεν μπορεί να υποτιμά τη σημασία που έχει και το στοιχείο της νομιμοποίησης, ιδίως σε ζητήματα γύρω από τα οποία έχει ξεσηκωθεί η κοινή γνώμη όχι μόνο στον παγκόσμιο Νότο αλλά και στη Δύση.
