Ο κουμπαράς την εποχή του Πικετί
Η συζήτηση γύρω από κατανομή ευκαιριών στις κοινωνίες μας τα τελευταία 15 χρόνια κυριαρχείται από τις ιδέες του γάλλου οικονομολόγου Τομά Πικετί. Ακόμη και ο τίτλος του μνημειώδους έργου «Το Κεφάλαιο στον 21ο αιώνα» υπονοεί ότι είναι καιρός να αναθεωρηθεί η κατανόηση του καπιταλισμού σήμερα – σε σχέση με το αρχικό «Κεφάλαιο» του 1867.
Χωρίς να παίρνουμε θέση για το εύρος της φιλοδοξίας του Πικετί, η κεντρική του θέση είναι ότι η περιουσία των πλουσιότερων συστηματικά αποδίδει περισσότερο από αυτή των υπολοίπων. Με τον τρόπο αυτό γίνονται ακόμη πλουσιότεροι, ενώ οι ιδιαιτερότητες της συμπεριφοράς τους αποκτούν ξεχωριστή σημασία για τη μακροχρόνια πορεία των οικονομιών. Οι θέσεις του Πικετί έχουν εξάψει δραστήρια αμφισβήτηση, ως προς τη στατιστική τεκμηρίωση, τους μηχανισμούς συμπεριφοράς που προϋποθέτει και, πολύ περισσότερο, την αναγκαιότητα και το επιθυμητό των προτάσεων πολιτικής στις οποίες καταλήγει. Η ακαδημαϊκή συζήτηση δεν δείχνει τάσεις να κοπάσει, ενώ οι πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη και τον κόσμο αναζωπυρώνουν το ενδιαφέρον.
Οπως και να έχει, σημειώνεται σύμπτωση απόψεων ως προς δύο κεντρικούς άξονες της συζήτησης: Πρώτον, η κατανομή της περιουσίας (και όχι μόνο του εισοδήματος) αποκτά κρίσιμη σημασία. Δεύτερον, η απόδοση της περιουσίας είναι εξίσου σημαντική. Απόηχος αυτών των διαπιστώσεων είναι και ο συνωστισμός προτάσεων πολιτικής που εστιάζουν στην αποταμίευση και την περιουσία: πώς να ενθαρρυνθεί η αποταμίευση, πώς να μετριαστεί η ανισότητα στο κεφάλαιο, πώς να αξιοποιηθεί η μεγάλη περιουσία προκειμένου να χρηματοδοτηθούν κοινωνικές δαπάνες; Αλλά και, πιο πρακτικά: πώς να διακρίνουμε ροές (ετήσιο εισόδημα) από αποθέματα (περιουσία την 31/12); Πώς να καταγραφεί η περιουσία, ατόμων και νομικών προσώπων, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό; Πώς να φορολογείς επανειλημμένα την περιουσία, αποφεύγοντας την ολοκληρωτική της δήμευση;
Οι εννοιολογικές διακρίσεις και διαφοροποιήσεις που απαιτούνται για μια τέτοια συζήτηση τροφοδοτούν θέματα πανεπιστημιακών εξετάσεων στα οικονομικά σε όλες τις βαθμίδες. Η ξαφνική πολιτική επικαιρότητα που απέκτησαν μάλλον δεν θα διαλευκάνει τις ενδημικές παρανοήσεις και τα επαναλαμβανόμενα λάθη που μάταια οι διδάσκοντες πασχίζουμε να αποτρέψουμε. Χρησιμοποιώντας ως γνώμονα τον Πικετί, πάντως, η σημερινή πολιτική συζήτηση σηματοδοτεί δύο υπερβάσεις σε σχέση με το παρελθόν. Και οι δύο φαίνονται ανάγλυφα στην καινοτόμα πρόταση για τον «κουμπαρά» των νεογέννητων. Η πρόταση αυτή στοχεύει να ενθαρρύνει δύο κουλτούρες που ως τώρα έλειπαν:
Πρώτον, αποταμιευτική κουλτούρα. Η αποταμίευση προσεγγίζεται, όχι απλώς ως μακροοικονομικό μέγεθος, αλλά ως ατομική επιλογή, που επιδέχεται κινητροδότηση και επηρεασμό. Αντιμετωπίζοντάς την με αυτόν τον τρόπο, εντοπίζεται το τεράστιο χάσμα ανά κοινωνική τάξη αλλά μπορεί, επίσης, να στρατολογηθούν τα συμπεριφορικά οικονομικά προκειμένου να αλλάξει μια συνολική στάση, με τρόπο σταθερό και σταδιακό.
Δεύτερον, επενδυτική κουλτούρα. Δεν αρκεί η συγκέντρωση αποταμιεύσεων, αλλά απαιτείται προσοχή στο πώς αυτές αξιοποιούνται. Η λειτουργία του ανατοκισμού αλλά και βασικά θέματα επενδύσεων (όπως το ότι η ανάληψη ρίσκου συνήθως ανταμείβεται) αποτελούν για τους περισσότερους πολίτες κλειστά βιβλία. Η άγνοια αυτή καταλήγει καθοριστικός παράγων στη διαμόρφωση των συστηματικά χαμηλών αποδόσεων που καταδικάζουν την κατανομή εισοδήματος.
Ο βρεφικός κουμπαράς δεν αρκεί για να ανατρέψει τους μηχανισμούς του Πικετί. Ομως, θα προσφέρει έμπρακτο φροντιστήριο για τον οικονομικό αναλφαβητισμό που τους τροφοδοτεί.
