Ένας κρυουλιάρης
Ποτέ δεν άντεχε το κρύο. Από πιτσιρικάς, ενώ το αίμα του θα έπρεπε να βράζει, κουκουλωνόταν με κουβέρτες. Μπαμπουλωνόταν με πουλόβερ. Εντόπιζε σε κάθε χώρο την πηγή θερμότητας και κούρνιαζε εμπρός της. Στο φανταρικό υπέφερε. Οταν τον μεταθέσανε στο Αμύνταιο, δεν μπανιαρίστηκε δυο μήνες. Προτιμούσε – για να μην ζέχνει σαν κουνάβι – να καθαρίζεται κρυφά με μπαμπάκια βουτηγμένα στο φωτιστικό οινόπνευμα. Το νερό – κρύσταλλο, που άλλους τους αναζωογονούσε, σε εκείνον έφερνε ρίγη, ταχυπαλμία. Κροτάλιζαν τα δόντια του, νόμιζε ότι θα πεθάνει. Στο κρεββάτι τα πόδια του πάντα ξύλιαζαν. Για αυτό δεν βάσταγε – έλεγε – χωρίς γυναίκα. Γυναίκα στρουμπουλή, καλοκρεατωμένη. Να χώνεται τις νύχτες στις καμπύλες της, να προστατεύεται από την παγωνιά του έξω κόσμου. Κατά τα άλλα ήταν υγιέστατος.
Και παραμένει, στα 68 του. Εξαιρετικά καλοστεκούμενος. Το αποδεικνύει το τσεκάπ που έκανε προχθές. Το επιβεβαιώνουν και οι καταθέσεις του. Μόνο που απόψε κρυώνει. Φθινοπώριασε από νωρίς. Ακόμα και τις μέρες με λιακάδα, μόλις νυχτώνει, το θερμόμετρο κατρακυλάει. Δεν χρειάζεται να το τσεκάρει, το νιώθει στο πετσί του. Πηγαινοέρχεται στο σπίτι με ζακέτα και μάλλινο παντελόνι. Τρίβει τα χέρια του μήπως και ζεσταθεί. Βράζει τραχανά, θα τον ρουφήξει από το μπολ άσπρο πάτο, μπας κι ευφρανθεί το μέσα του. Θα πιει και δύο δαχτυλήθρες βότκα, αγάλι – αγάλι, μη μεθύσει κιόλας.
Η Ουρανία έχει κατέβει στα Χανιά. Επρεπε να έχει πάει μαζί της – κλιματολογικώς η Κρήτη ένας παράδεισος. Δεν τις αντέχει, όμως, τις γκιόσες τις αδελφές της. Ασε που τα αεροπορικά έχουν ανέβει στον Θεό. Οπως και το πετρέλαιο θέρμανσης. Και δεν έχουμε δει ακόμα τίποτα, με τους ερίφηδες που κυβερνάνε τον πλανήτη και στήνουν πολέμους και καταδικάζουν τους λαούς να τουρτουρίζουν. Ακούει στις ειδήσεις τις πιο ζοφερές προβλέψεις για τον επερχόμενο χειμώνα, που θα ‘ναι και βαρύς πανάθεμά τον. Θα φρουρούν τα βυτιοφόρα σαν τα χρηματοκιβώτια.
Το διαμέρισμά του έχει αυτόνομη θέρμανση. Γυρνάς τον διακόπτη κι ακούς καυτό νερό να τρέχει στους σωλήνες κι αισθάνεσαι μια θαλπωρή, μια χόβολη. Να το τολμήσει; Δεν έχει μπει καλά – καλά ο Νοέμβριος. Αμα ενδώσει από τώρα στον πειρασμό, μέχρι των Φώτων θα έχει εξανεμιστεί το κονδύλι των κοινοχρήστων. Τι θα κάνει τότε; Θα δανειστεί από τον εαυτό του, από τον προϋπολογισμό της επόμενης χρονιάς;
Ναι. Καταρτίζει ετήσιο, οικογενειακό προϋπολογισμό. Εσοδα και δαπάνες. Διατροφή, ένδυση, μετακίνηση και ό,τι περισσέψει – αν περισσέψει – ψυχαγωγία. Για τα ιατρικά απρόβλεπτα έχει ειδικό τραπεζικό λογαριασμό, δεν είναι απάνθρωπος ούτε με τον εαυτό του ούτε με την Ουρανία. Εχει απλώς επίγνωση πως την ευμάρεια, πλαστή συνήθως, τη διαδέχονται σκληροί καιροί. Που για να επιβιώσεις, κάνεις το σκατό σου παξιμάδι. Οι Ελληναράδες την έχουν ξεχάσει κιόλας την κρίση. Εχουν αποχαλινωθεί ξανά. Στα εστιατόρια για να βρεις τραπέζι – του έλεγε η ανιψιά του – πρέπει να κάνεις κράτηση δυο μέρες πριν. Υπάρχουν φυσικά και κάμποσοι που αγκομαχούν για να πληρώσουν το νοίκι. Δεν τους λυπάται εδώ που τα λέμε – κι ο ίδιος ζορίστηκε στα νιάτα του. Κι επέλεξε, για να εξασφαλιστεί, το μουντό επάγγελμα του μικροβιολόγου. Αντί να ακολουθήσει το ταλέντο του και να γίνει πιανίστας.
Οχι! Δεν θα ανάψει καλοριφέρ. Θα πάει επίσκεψη στον διπλανό εργένη, που το καίει ανεπίγνωστα. Θα του κρατάει πεσκέσι και την κατσαρόλα με τον τραχανά. Και το μπουκάλι με τη βότκα, έτσι κι αλλιώς πέντε μεζούρες έχουν μείνει.
Θα τον καλοδεχτεί είναι σίγουρος. Ψοφάει για παρέα ο μπάρμπα Ντίνος, για να ακούει τις τερατολογίες του απ’ τον καιρό που ταξίδευε. Για τις βρωμογυναίκες στα λιμάνια και τα κοντραμπάντα και τα μαχαιρώματα. Θα παριστάνει πως πιστεύει ό,τι του ξεφουρνίζει ο κατά φαντασίαν Καββαδίας. «Και μετά; και μετά;» θα ρωτάει μηχανικά ενώ θα σκέφτεται τα δικά του. Ποια δικά του; Λυμένα τα ‘χει όλα. Θα ζεσταθεί δωρεάν το κοκαλάκι του. Θα κάνει και μια καλή, ας πούμε, πράξη.
